1. Η έξοδος που δεν ήταν έξοδος
Η πρώτη απορία, η περιστρεφόμενη πόρτα και η αποκάλυψη πως το “έξω” ίσως ήταν ήδη εδώ.
Νωρίς το πρωί έπιασα αποφασιστικά τη βαλίτσα στο χέρι, έριξα μια τελευταία βιαστική ματιά στο δωμάτιο και με γρήγορο βήμα ξεκίνησα για την έξοδο. Ανυπομονούσα να βρεθώ στη νέα λαμπερή και σύγχρονη πόλη. Αναζητώντας την έξοδο, έτρεχα όλο και πιο γρήγορα μέσα στους διαδρόμους, όταν βρέθηκα μπροστά σε μία τεράστια περιστρεφόμενη πόρτα μ’ ένα φύλακα πίσω της.
«Που πηγαίνετε κύριε;», με ρώτησε ευγενικά. «Θέλω να βγω έξω», απάντησα, και αυτός με κοίταξε με απορία.
Πρόσεξα πως διάβαζε μία επιστολή που συνέταξαν τρεις υπηρέτες του ξενοδοχείου, οι οποίοι επιχειρούσαν να μου ανακόψουν την έξοδο στη νέα πόλη. Όταν έμαθα πως εκπροσωπούσαν μία συνδικαλιστική οργάνωση του ξενοδοχείου ξαφνιάστηκα πραγματικά, σύντομα όμως με πληροφόρησαν πως αυτό αποτελεί μία πάγια τακτική των συνδικαλιστικών οργάνων της επιχείρησης. Στην ουσία, ίσως να ξαφνιάστηκα περισσότερο γιατί τους γνώριζα και πίστευα πως αυτό δε θα μπορούσε να έχει συμβεί ποτέ. Ωστόσο σκέφτηκα πως θα έπρεπε να είμαι ευχαριστημένος, καθώς πρόλαβα να διαβάσω την επιστολή, αναλογιζόμενος συνάμα τις συνέπειες από το αντίθετο.
«Είναι ανάγκη να βγω έξω», επέμενα. «Οι εικόνες, τα χρώματα της νέας πόλης, οι άνθρωποι, η ατμόσφαιρα, η ζωντάνια, η ιστορία της…»
«Μα είστε έξω», μου είπε.
Από την κεντρική είσοδο και στο κέντρο της πόλης κυριαρχούσε ένας λόφος, στην κορυφή του οποίου ξεχώριζε ο επιβλητικός Πύργος της κεντρικής διοίκησης. Ξεκινώντας τη διαδρομή προς αυτόν, υπήρχαν πολλά σήματα κατά μήκος του δρόμου, όμως η δυσκολία ήταν πως αυτά δε σήμαιναν πάντα αυτό που έγραφαν.